Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Δυο γυναίκες και εσύ.Ο πλήρης οδηγός.

Μιας και μαζεύω και το μερικών μηνών υλικό, αδέρφια, λάβετε και τούτο.



Λοιπόν ας πάρουμε αυτή την όμορφη και γεμάτη αρχέγονα ένστικτα σκηνή από την αρχή.

Είσαι στο σπίτι σου, αραχτός πάρταλος και ωραίος, κάποιο όμορφο χειμωνιάτικο απόγευμα χαζολογώντας με πράγματα που σε γεμίζουν κάπως, αλλά ξεφουσκώνουν γρήγορα.Πάνω που έχει αρχίσει να περνάει από το μυαλό σου το πρώτο ψήγμα βαρεμάρας σκάει τηλέφωνο/sms/msn instant message/email/σήμα καπνού από την Τάδε1, φίλη σου χρόνια και πρόσφατα πεοθήκη για τις κρύες νύχτες και σου λέει ότι έρχεται από εκεί να δείτε κάποιο επεισόδιο σειράς/ταινία και ότι άλλο βγει.
Λες οκ, ρίχνεις μια ξυσιά στο παπάρι σου που μόλις άρχισε να θυμάται ότι έχει φλέβες και σκίρτησε αχνά στην σκέψη γυναικείας σάρκας και βολεύεις καλύτερα τον κώλο σου στην καρέκλα/πολυθρόνα στην οποία κάθεσαι.
Ξέρεις ότι η Τάδε1 θα κάνει περίπου 40 λεπτά να έρθει στη φωλιά σου οπότε πιάνεις δουλειά.Διαλέγεις ένα τσοντοsite με καλό υλικό, ένα καλό και άξιο βίντεο το οποίο έχει αποδείξει την αξία του στο παρελθόν και γίνεσαι ο Hand Solo, μη σε βρει με σφαίρα στη θαλάμη όταν τελειώσει το επεισόδιο σειράς/ταινία, μιας και όσο θα βλέπετε ο στρατιώτης θα στήνει το σχοινάκι.
Ατέλειωτη ευχαρίστηση λοιπόν, ακαδημαϊκή κοινώς, με χάιδεμα στο κεφαλάκι και τέτχοια, 13-15 λεπτά, καθαρίζεις και στρίβεις ένα μερακλίδικο καθώς κοιτά φωτογραφίες της ή/και πρόσφατα logs με την Ταδε1 για να έχεις κάτι να το παίξεις πως νοιάζεσαι και λίγο για το τι σκέφτεται και όχι μόνο για το μουνάκι τση.
30 λεπτά μετά την ειδοποίηση, είσαι ετοιμοπόλεμος, με καθαρό μυαλό και φρέσκο ζβούκι να αναπληρώνεται στα αρχίδια σου χτυπάει το κουδούνι της κάτω πόρτας.Σηκώνεσαι νωχελικά, πας προς το θυροτηλέφωνο, πατάς κουμπί, τινάζεις στάχτη, βολεύεις πέος στο σώβρακο καλά και σώβρακο καλύτερα στο πανταλόνι, και πας προς την πόρτα.
Ακούς βήματα, από 2 άτομα, στιγμιαία σαστίζεις γιατί μάλλον είναι οι γείτονες, αλλά μετά ακούς το κελαρυστό κάλεσμα του κουδουνιού της πόρτας σου.Με το ύφος σου να δείχνει ένα αυθόρμητο "δε γαμνιέται" ανοίγεις και αντικρίζεις την Τάδε1 αγκαζέ με την Ταδε2, την όμορφή κολλητή της να σου γελούν και να εισέρχονται αποφασιστικά στη φωλιά σου.
Κλείνεις την πόρτα ψελλίζοντας ένα "καλώς τες" που προδίδει έκπληξη και ντεκαυλάρισμα επιτηδευμένο, και εκείνες παίρνουν πόζα μπροστά σου την ώρα που αφαιρούν τα λιτά τους πανωφόρια, εμφανώς ενοχλημένες, αλλά σωστά ενοχλημένες, σου κλείνουν το μάτι και λίγο πριν ενώσουν τα χείλη τους με πάθος σου λένε με έξτρα νάζι και πουτανια "δε σε βλέπουμε χαρούμενο".
Εκεί αρχίζεις να μετράς σε ταχύτητα σκέψης τα εξής: Ω ρε μαλάκα γλείφονται, χουφτώνονται κιόλας, παίζει να μου έχει φτάσει στη ροτόντα, σκατά τρέχει σάλιο, αυτές ανεβάζουν και εγώ κάθομαι σαν τον Καλογερόπουλο στο θηλυκή εταιρία, Τι ΣΚΑΤΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ, ΔΟΞΑ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ!!!
Και με την τελευταία συλλαβή της τελευταίας σκέψης σου, βγαίνει μια κραυγή που υποβόσκει σε κάθε άντρα, μια κραυγή ενός ανθρώπου που έχει μόλις παγιδεύσει το μαμούθ και ετοιμάζεται να το σκοτώσει, κραυγή μονομάχου που αντιμετωπίζει λιοντάρια και το διάβολο μαζί, κραυγή του τελευταίου επιζώντα σε μάχη του μεσαίωνα ενάντια σε ορδές απίστων, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΠΟΥ Ο ΕΒΓΑΖΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΙΟΣ ΔΙΑΣ ΟΤΑΝ ΝΙΚΟΥΣΕ ΤΟΥΣ ΤΙΤΑΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΥΦΩΕΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΡΙΧΝΕ ΣΤΟΝ ΤΑΡΤΑΡΟ, μια κραυγή που κάθε άντρας οφείλει να βγάλει κάθε φορά που έρχεται αντιμέτωπος με προκλήσεις που θα τον οδηγήσουν πιο κοντά στην αποθέωση, μια κραυγή που μας καθορίζει ως το κυρίαρχο φύλο από την αυγή του χρόνου.
Έπειτα όλα κινούνται σε ταχύτητα μη κατανοητή από θνητά μυαλά.
Ορμάς ωσάν αετός στο θήραμα.
Τις τρως ζωντανές.
Τους δείχνεις ποιος και γιατί είναι αυτός που κατουράει την περιοχή του εδώ και χιλιετίες, ποιος σκότωνε και έφερνε φαΐ, ποιος ήταν αυτός που ανακάλυψε τον τροχό, ποιος ήταν αυτός που πάτησε στη σελήνη και θα πατήσει τους χρυσαφένιους θρόνους της γης κάτω από τα σανδάλια του.

Κάνεις τσιγάρο.
Τις διώχνεις.

Τέλος.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Σκόρπιες σκέψεις*

*Τροφοδοτούμενες από τον Κυρ Γιάννη, εκείνον με το καφενείο.


Είπε/έγραψε που λέτε προχτές :
Δεν υπάρχει unplayable αρχίδι, μόνο άγαρμπες γκόμενες.


Και καπάκια θυμήθηκα το παρακάτω συμβάν από τις ηρωικές μου μέρες στον Λαγό Έβρου.

Ο Α*****ς ο μάγειρας έκανε μπάνιο ένα βράδυ του Ιουλίου του 07 μετά την αναφορά, και ενώ τραγουδούσε μελαγχολικά και γλυκά κάτι από Τζένη Βάνου, άρχισε να πράττει τα καθέκαστα.Δευτερόλεπτα μετά, ανάμεσα στους μελωδικούς λυγμούς του Μίμη Πλέσσα και γάργαρα αναφιλητά για κάποια φανταστική του πρώην, κραύγασε πνιχτά σαν πονεμένο κουτάβι κάτω από γαλότσα γκάτζου κυνηγού και τότε ακούστηκε το χαρακτηριστικό "ΠΛΟΚΤΣΚ" των τορνευτών μηρών του στα τιμημένα πλακάκια της 3ης, όπως ανακαλύψαμε μερικές στιγμές αργότερα, ντουζιέρας.
Θυμάμαι τον Γ******ο να δένει την εξάρτηση και να πετάει το τσιγάρο σε bullet time τρέχοντας με αλαλαγμούς να βρει κάμερα και τον εαυτό μου να μετράει καμμένα κύτταρα όταν ήρθαμε αντιμέτωποι με την κατάσταση του εκλεκτού μας μάγειρα.
Τυλιγμένος στην ημισκισμένη κουρτίνα της ντουζιέρας 3, κρατούσε στο γεμάτο σαπουνάδες αριστερό του χέρι πέος και μισό αρχίδι.Ήταν κουλουριασμένος και προσπαθούσε να ανοίξει το μουδιασμένο χέρι του από την ερωτική μέγγενη του πόνου που στιγμάτιζε ακόμα και τις παιδικές μας αναμνήσεις ψελλίζοντας "Ακούς, ακούς, ακούω να λες, ζημιές, ζημιές, μας κάνεις ζημιές αααααχ Μαράκι κοίτα με τι κάνω" με βλέμμα παιδιού ανήμπορου και ασθενικού που ζορίζεται στη σέλα του να ανέβει.
Είχαμε παγώσει.
Ο Γ******ς έμενε από μπαταρία και δεν έφτασε για την αποκαθήλωση του μαγειρικού και τιμημένου πέους και μερικές φορές εύχομαι να μην είχαμε τις αισθήσεις μας γιατί ακόμα μας στοιχειώνει.Όταν άνοιξε το χέρι του και το ύψωσε σε ένδειξη νίκης και βοήθειας συνάμα, έμεινε σιωπηλός και δάκρυσε.Κοίταξε χαμηλά και έκλαψε καθώς κοιτούσε τον ανδρισμό του που έμοιαζε να τον είχε περάσει ερπύστρια και έσβησε μέσα σε δάκρυα και σαπουνάδα από adidas λέγοντας μόνο μια θλιμμένη επικήδεια φράση.
"Ποτέ ξανά όπως εκείνη".
Δεν μιλήσαμε για αυτό μέχρι πέρσι που τον είδαμε σε μια συναυλία και κοιταχτήκαμε σιωπηλά, ξέροντας πως ο στρατός μας έκανε να δούμε τι είμαστε.
Έρμαια κακοπαιγμένων αναμνήσεων αριστερών χεριών.

Σκεφτείτε το οι καλυνηχτάκηδες!