Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

(Εγκε)Φαλλικές Λειτουργίες ενός Σφυριού που βρίσκει το δρόμο του.

Σήμερα που λέτε έφαγα μια άκυρη ψυχολογική σφαλιάρα.
Είμαι στο Χ εφημερεύον νοσοκομείο για τυπικές εξετάσεις του παππού και όπως πάω και τον παρκάρω στο Ιατρείο και βγαίνω για τσιγάρο, διακρίνω ταραχή και σούσουρο.
Φωνές, κατάρες, καντήλια και απειλές από μια τύπισα η οποία και καλά έψαχνε τη μάνα της και επειδή ήταν βύσμα όπως περήφανα φρόντισε να μάθουν 4 οικοδομικά τετράγωνα λόγω έντασης, εναντίων του προσωπικού και κάποιων εκ των μπάτσων οι οποίοι είχαν πάει εκεί να δουν τι παίζει και παραδόξως δεν το έπαιξαν νταήδες.
Η κυρία ήταν σε συμπεριφορά ήταν από τις κλασικές νεοφραγκάτες που έχουν γνωστούς και νομίζουν ότι τους έχουν όλους από τα αρχίδια, είχε ένα ύφος και ένα τουπέ που έβγαζε κακία, υπεροψία και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ήταν κακομαθημένη μέχρι τα βάθη της ύπαρξης της.
Μετά από ένα τσιγάρο ακόμα και όταν άρχισε να γίνεται ενδιαφέρον το βρισίδι και το θέμα, είδα επιτέλους και το πως είναι, πάνω από 1,75, τρελό σώμα, βυζάρες, μαύρο ίσιο μαλλί με την απαραίτητη πρόστυχη αφέλεια, πατημένα 40 και ντύσιμο 24χρονης δαπίτισας πόρνης.
Όπως και να έχει μετά από κάμποσα ακόμα τσιγάρα και ένα πετυχημένο gather info check σε κάτι τραυματιοφορείς έμαθα προς τι το μπάχαλο και το κουρνιαχτό και απλά ήθελα να την πιάσω και να την δείρω όπως δεν την έχει δείρει ποτέ κανένας μέχρι που..
Μέχρι που η γκόμενα για να γλιτώσει τη σύλληψη άρχισε και κάτι ψεύτικα κλάματα και μόλις έκατσε ο μπουχός άρχισε πάλι το αλαζονικό στυλ και τις κατάρες σιωπηλά αλλά με ένα βλέμμα άπειρης κακίας και εκεί μου έσκασε στο μυαλό το krak missile.
Σκεφτόμουν ήδη για ώρα τις σφαλιάρες που θα έτρωγε, σχεδόν πονούσαν τα χέρια μου, αλλά πάνω στα νεύρα μου είχα αρχίσει να σηκώνω αντίσκηνο!
Είχαν σβήσει οι ήχοι και απλά άκουγα την καύτρα στο κεφάλι μου, και μετά ολοκληρώθηκε η νοητή σκηνή.

Την είχα με τη μούρη κολλημένη σε ένα λευκό κρύο και κενό τοίχο νοσοκομείου, τη γαμούσα τόσο που από τον πόνο, τα καντήλια που μου έριχνε ακούγονταν με λυγμούς, ενώ την έφτυνα στη μάπα, μόνο για να ενωθεί και αυτό στα μαύρα από τη σκιά δάκρυα που έτρεχαν πάνω στα σκισμένα ακριβά της ρούχα.Τις έπαιζα και κάτι μαπίδια, γιομάτα, βλάχικα και για κάποιο λόγο ένιωθα ότι είχα το χειρότερο μειδίαμα που έχω ποτέ σκεφτεί.
Βγήκα από τη σκέψη όταν η καύτρα έκαψε το δάχτυλο μου έχοντας ως τελευταία εικόνα εκείνη να ματώνει ταπεινωμένη και δαρμένη, καταρρέοντας στο πάτωμα.



ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ??!?!??!


Γιατί με καυλιτσώνουν τελικά όσες μου τη σπάνε τόσο?
Γιατρέ τι έχω?